Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Το έπος του 1940 με την φλογισμένη πένα των Ελλήνων ποιητών.

Στρατιώτες του μετώπου

Σιμά Σας μόνο, εκεί μονάχα πρέπει, στην πιο αψηλή του μόχτου Σας κορφή, που τα Έργα δε χωρίζουν από τα Έπη σα θα ‘μουνα στο πλάϊ Σας, αδερφοί,

εκεί που η λόγχη και το Πνέμα είν’ ένα, κ’ ένα η ψυχή μαζί με το κορμί, κι όλα τ’ αόρατα φανερωμένα στης Εφόδου την ύστατην ορμή,

εκεί μονάχα, τον υπέρτατο αίνο, με του Αισχύλου τον άκρατο σκοπό: “Η Ελλάδα σκώνεται και τρώει τον ξένο”, καθώς θα ορμάτε, θ’ άξιζε να πώ!

Αλλ’ αν η λόγχη και το Πνέμα ειν’ ένα, λογιάστε το η ψυχή μου πόχει βγεί να Σας προλάβει πιο μπροστά από μένα … Κι ακούοντας την υπέρτατη κραυγή,

ακούοντας τον ακράτητο αυτόν αίνο, με του Αισχύλου τον άκρατο σκοπό: “Η Ελλάδα σκώθηκε και τρώει τον ξένο”, πέστε πως ήρτα αυτού να Σας τον πώ! Άγγελος Σικελιανός

ΣΤΗ ΝΕΟΛΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτό κρατάει ανάλαφρο μες στην ανεμοζάλη το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι, αυτό το λόγο θα σας πώ, δεν έχω άλλο κανένα: Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα. Κωστής Παλαμάς

ΑΣΜΑ ΗΡΩΊΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ.

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε· Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μες το κλάμα του· Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα… Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι, Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα Οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά, Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί· Τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του, Η αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε Στη σέλλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο Να βάφει τα λουλούδια Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει Τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν… Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα!…

Ήταν γενναίο παιδί. Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του, Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά, Και με το κράνος του – γιαλιστερό σημάδι (Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό που δεν γνώρισε κακό ποτέ του) Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του. -Φωτιά στην άνομη, φωτιά! Με το αίμα πάνω από τα φρύδια Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε

Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής Και το στώμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο, Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας. Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας Δεν έκλαψαν. Γιατί να κλάψουν; Ήταν γενναίο παιδί! Οδυσσέας Ελύτης

Nakos

AddThis

| More

...

Related Posts with Thumbnails

.....